Η υφιστάμενη πιστοληπτική αξιολόγηση της κυπριακής οικονομίας Ba2 – σταθερό, αντανακλά τη μικρή αλλά πλούσια οικονομία της, τη βελτιωμένη οικονομική αντοχή της και την υπεραπόδοση των δημοσίων οικονομικών, μετά την τραπεζική κρίση που έπληξε την χώρα, τονίζει σε ετήσια έκθεση του για την Κύπρο ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody`s.

Ταυτόχρονα, ο αμερικανικός οίκος προειδοποιεί ότι θα διαφοροποιήσει σε αρνητικές από θετικές τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας εάν «η πτωτική τάση του χρέους αναστραφεί ή εάν οι πρόσφατες νομοθετικές ενέργειες για τον τραπεζικό τομέα δεν κατορθώσουν να μειώσουν σημαντικά τις Μη Εξυπηρετούμενες Χορηγήσεις (ΜΕΧ)».

Συγκεκριμένα, η Sarah Carlson, πρώτη Αντιπρόεδρος του Moody`s και συντάκτης της συγκεκριμένης έκθεσης αναφέρει ότι «οι ισχυρές τάσεις ανάπτυξης της Κύπρου και τα πρωτογενή πλεονάσματα έχουν δημιουργήσει θετικές τάσεις για το χρέος» και ότι ο οίκος αναμένει πως «θα συνεχιστεί η απομόχλευση φέτος», μετά από την εφάπαξ αύξηση του δημόσιου χρέους το 2018 που συνδέεται με τη διοχέτευση κεφαλαίων στην Κυπριακή Συνεργατική Τράπεζα», αναφέρει

Σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης, οι πιστωτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Κύπρος είναι η μικρή και σχετικά μη διαφοροποιημένη οικονομία της, καθώς και τα υψηλά επίπεδα χρέους Κυβέρνησης, τραπεζών και νοικοκυριών.

Παράλληλα, ο οίκος προειδοποιεί πως οι αυξανόμενες πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις δημοσιονομικές προοπτικές, ενώ ο μεγάλος χρηματοπιστωτικός τομέας, όπως σημειώνει, επιβαρύνεται από τον υψηλότερο στην ΕΕ δείκτη μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων (ΜΕΧ).

«Οι σταθερές προοπτικές αντικατοπτρίζουν τους ισορροπημένους κινδύνους μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση που διήλθε η χώρα», τονίζει, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η δυναμική μείωσης του χρέους είναι «ισχυρή και έτσι το χρέος πιθανόν να παρουσιάσει σταθερή βελτίωση».

Επιπλέον, ο Moody’s τονίζει ότι η εξέλιξη της αξιολόγησης της κυπριακής οικονομίας και των προοπτικών της θα εξαρτηθεί «σε μεγάλο βαθμό από τις τάσεις του χρέους και των θεμάτων του τραπεζικού τομέα».

Όπως τονίζει ο οίκος, εάν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι μακροοικονομικές συνθήκες και οι πολιτικές ενέργειες θα οδηγούσαν σε μια σταθερή και σημαντική μείωση του επιπέδου του κρατικού χρέους και του επιπέδου των ΜΕΧ στον τραπεζικό τομέα, θα εξετάσει το ενδεχόμενο να αλλάξει τις προοπτικές της οικονομίας σε θετικές.

Αντίθετα, προσθέτει, θα διαφοροποιούσε σε αρνητικές τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας εάν «η πτωτική τάση του χρέους αναστραφεί ή εάν οι πρόσφατες νομοθετικές ενέργειες για τον τραπεζικό τομέα δεν κατορθώσουν να μειώσουν σημαντικά τις ΜΕΧ».