Ι. Εισαγωγή
Στο σημείωμα αυτό αναλύονται οι συνθήκες που επικρατούν στο Κυπριακό Τραπεζικό σύστημα, γιατί πιστεύεται ότι είναι ανησυχητικές. Μερικοί διατείνονται ότι δημιουργείται παγκόσμια πρωτιά σε σχέση με τις ζημιές που έχει υποστεί το σύστημα και το μέγεθος των μη εξυπηρετουμένων δανείων. Επίσης υπάρχει ο ισχυρισμός ότι το ποσοστό των ΜΕΔ καθιστά προβληματική ακόμα και αυτή την μακροχρόνια επιβίωση του ίδιου του Τραπεζικού τομέα. Οι πρόσφατες εξελίξεις δημιουργούν αμφιβολίες για την ετοιμότητα αλλά και την αποφασιστικότητα της πολιτικής εξουσίας ιδιαίτερα των Κοινοβουλευτικών κομμάτων να δώσουν τις σωστές και επιβαλλόμενες λύσεις για να μπορέσει η οικονομία να εισέλθει σε πορεία ανάκαμψης.

Εισηγούμαι το ΚΕΒΕ να αναλάβει πρωτοβουλία να πείσει την πολιτική εξουσία για την ανάγκη ταχείας επίλυσης των προβλημάτων που απειλούν να εκτροχιάσουν την οικονομία. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η μεγάλη καθυστέρηση που σημειώνεται στην έγκριση της νομοθεσίας για τις εκποιήσεις. Χωρίς έγκαιρη υιοθέτηση της σχετικής νομοθεσίας το τραπεζικό σύστημα θα παραμείνει σε αβεβαιότητα με εμφανή τον κίνδυνο περαιτέρω επιδείνωσης του προβλήματος. Ως αποτέλεσμα δεν θα μπορέσει να υπερπηδήσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και να αρχίσει την ομαλοποίηση των δραστηριοτήτων του και την ανάληψη δανειοδότησης για την ανάκαμψη.

Αυτό το σημείο προέκυψε και σαν κατακλείδα στο πρόσφατο συνέδριο που διοργάνωσε το ΕΒΕ Λευκωσίας στο συνεδριακό κέντρο με τους Εκτελεστικούς Συμβούλους των τριών μεγάλων συστεμικών Κυπριακών Τραπεζών (Τράπεζα Κύπρου, Ελληνική και Συνεργατική). Εκτός αυτού τονίστηκε από τους συμμετέχοντες ότι οι επενδυτές ανησυχούν και τονίζουν ότι ένας από τους όρους της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο των τραπεζών ήταν ότι θα περάσει γρήγορα η νομοθεσία για τις εκποιήσεις. Περαιτέρω καθυστερήσεις πιθανόν να δημιουργήσουν αμφιβολία για το μέλλον αυτών των επενδύσεων, ενώ είναι βέβαιο ότι δεν συμβάλλουν στην προσέλκυση νέων επενδυτών, στοιχείου απαραίτητου για την επανεκκίνηση της οικονομίας.

ΙΙ. Τα προβλήματα

Παρακολουθώντας τις εξελίξεις και συλλέγοντας στατιστικά δεδομένα (που φαίνονται στο παράρτημα με τα διαγράμματα, που συνοδεύει το σημείωμα) επισημαίνουμε τα ακόλουθα:

1. Παρατηρείται στασιμότητα στο τραπεζικό σύστημα, που εμποδίζει την ομαλοποίηση 24 μήνες μετά την εκδήλωση της τραπεζικής κρίσης και τις αποφάσεις της τρόικας για το κούρεμα. Τα εκκρεμούντα δάνεια υπερτερούν των καταθέσεων κατά πολλά δισεκατομμύρια Ευρώ σε όλη τη διάρκεια του 2014. Η συνεχιζόμενη αρνητική κατάσταση στα δάνεια και η έλλειψη καταθέσεων δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας και σίγουρα οι τράπεζες δεν είναι σε θέση να προσφέρουν δανειοδότηση. Πρόσθετα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) συνεχίζουν να αυξάνουν, προκαλώντας αβεβαιότητα και αμφισβήτηση της βιωσιμότητας των τραπεζών.

2. Καταθέσεις:

Σε ότι αφορά τις καταθέσεις παρουσιάζονται να έχουν σταθεροποιηθεί γύρω στα €46 δις, για τον τελευταίο χρόνο, μετά την κάθετη μείωση τους λίγο πριν και μερικούς μήνες μετά το κούρεμα (Διάγραμμα 1). Το στοιχείο αυτό θεωρείται ικανοποιητικό και δείχνει ότι από την άποψη των καταθετών επανήλθε η εμπιστοσύνη του κοινού στις τράπεζες. Δεν είναι όμως αρκετό αφού η εικόνα για τα δάνεια φαίνεται τελματωμένη.

Η επαναφορά όμως της εμπιστοσύνης των καταθετών στο τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να συνοδευτεί με την ψήφιση των αναγκαίων νομοθεσιών αλλά και την ενίσχυση των εποπτικών μηχανισμών, που να ενισχύουν στην πράξη το αίσθημα «ασφάλειας» των καταθετών προς το Σύστημα. Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια ενός δεύτερου «κουρέματος» καταθέσεων. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμεί με πλήρη κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και της χώρας ολόκληρης.

Προβάλει συνεπώς ως επιτακτική ανάγκη η ρύθμιση του θέματος της αποπληρωμής των δανείων προς τις τράπεζες.

3. Δανειοδοτήσεις ως ποσοστό (%) του ΑΕΠ:

Ενώ όμως οι καταθέσεις δείχνουν την επανάκτηση της εμπιστοσύνης του κοινού, η εικόνα που προκύπτει από τις δανειοδοτήσεις παρουσιάζει προβλήματα που ανησυχούν την επιχειρηματική τάξη. Γενικά, παρατηρείται μείωση των συνολικών δανείων (Διάγραμμα 1). Επειδή όμως ταυτόχρονα μειώνεται και το ΑΕΠ, η σχέση δανείων προς ΑΕΠ, παρουσιάζει σταθερότητα σε απαράδεκτά ψηλό επίπεδο. Η συνολική δανειοδότηση ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει πάνω από το 300% (Διάγραμμα 2) επίπεδο σίγουρα μη βιώσιμο και αποτρεπτικό για νέες δανειοδοτήσεις. Παρατηρείται μια αύξηση των δανείων τον Δεκέμβριο του 2014 και τον Ιανουάριο του 2015, κατά πέραν των €6 δις. Η αύξηση του Δεκ. 2014 πρέπει να οφείλεται στην κεφαλαιοποίηση των τόκων. Η αύξηση του Ιανουαρίου φαίνεται περίεργη και χρειάζεται διερεύνηση.

4. Λόγος δανείων προς καταθέσεις:

Οι εξελίξεις στις καταθέσεις και τα δάνεια είναι παράλληλες γι αυτό και η αναλογία δανείων προς καταθέσεις έχει παραμείνει καθηλωμένη, με μικρές αυξομειώσεις, για μια περίοδο 18 μηνών (Διάγραμμα 3). Η αναλογία των δανείων προς καταθέσεις είναι €130 δάνεια προς €100 καταθέσεις. Δηλαδή τα δάνεια είναι μεγαλύτερα των καταθέσεων κατά 30%. Αυτή η σχέση διατηρείται με μικρές διακυμάνσεις από τον Μάιο του 2013 και δείχνει αποτελμάτωση στο τραπεζικό σύστημα. Οι πρόσφατες εξελίξεις στις δανειοδοτήσεις επέφεραν επιδείνωση της σχέσης αυτής που αυξήθηκε σε €140 δάνεια προς €100 καταθέσεις (Διάγραμμα 3). Αυτό σημαίνει ότι οι συνθήκες ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος επιδεινώνονται και είναι ακόμα πιο δύσκολο για τις τράπεζες να παραχωρήσουν νέα δάνεια. Δεδομένου ότι μέχρι σήμερα, η μόνη πηγή χρηματοδότησης της οικονομίας παραμένει το Τραπεζικό Σύστημα, εύκολα μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ότι οι προοπτικές για την Κυπριακή οικονομία μέσω δανειοδότησης από τις τράπεζες παραμένουν ζοφερές.

5. Εμπειρίες χωρών που πέρασαν παρόμοια τραπεζική κρίση:

Αξίζει να συγκρίνουμε εμπειρίες χωρών που τα τελευταία 20 χρόνια έχουν περάσει από τραπεζική κρίση και να δούμε ποια ήταν η εξέλιξη στις δανειοδοτήσεις τους. Τα συγκριτικά στοιχεία προέρχονται από τη Διεθνή Τράπεζα και είναι συγκρίσιμα για όλες τις χώρες. Αναφέρονται στην δανειοδότηση του ιδιωτικού τομέα από το τραπεζικό σύστημα της κάθε χώρας που φαίνεται στα διαγράμματα. Το πρώτο παράδειγμα αναφέρεται στις Σκανδιναβικές χώρες (Διάγραμμα 4) που πέρασαν από τραπεζική κρίση τα χρόνια 1992 – 1993. Τα στοιχεία δείχνουν ότι στις χώρες αυτές παρατηρήθηκε άμεση μείωση της έκθεσης σε τραπεζικό δανεισμό. Το ίδιο και στις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας μετά την τραπεζική κρίση της περιόδου 1997-1998 (Διάγραμμα 5), όπου η τραπεζική πίστωση μειώνεται κάθετα. Τέλος η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται στις Ευρωπαϊκές χώρες Ισλανδία, Ιρλανδία και Ισπανία τις χώρες που πέρασαν από τραπεζική κρίση τα χρόνια 2008 και μετά (Διάγραμμα 6). Το συμπέρασμα από τα πιο πάνω διαγράμματα είναι ότι στις χώρες που εκδηλώνεται τραπεζική κρίση η ορθολογική αντίδραση είναι η άμεση μείωση στην έκθεση τραπεζικού δανεισμού. Μόνο με μείωση του τραπεζικού δανεισμού μπορεί η χώρα να προσβλέπει σε κατοπινή ανάκαμψη, όταν θα μπορεί το τραπεζικό σύστημα να επαναρχίσει τη δανειοδότηση. Μάλιστα το επίπεδο του δανεισμού (ποσοστό του ΑΕΠ), μόνο στα παραδείγματα της Ισλανδίας, Ιρλανδίας και Ισπανίας συγκρίνονται με την περίπτωση της Κύπρου. Στις άλλες περιπτώσεις τα δάνεια ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκονταν σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο. Και πάλι, όμως, ακόμα και στις χώρες με χαμηλό ποσοστό δανειοδότησης προς το ΑΕΠ, η αντίδραση ήταν άμεση και στην εξέλιξη μειώθηκε η εγχώρια δανειοδότηση.

6. Κύπρος σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που πέρασαν τραπεζική κρίση:

Στο (Διάγραμμα 6) δίνονται τα συγκριτικά στοιχεία της Διεθνούς Τράπεζας για την Κύπρο και αντιπαρατίθενται με τα δεδομένα της Ιρλανδίας, Ισπανίας και Ισλανδίας. Αντίθετα με τις εμπειρίες των τραπεζικών κρίσεων σε άλλες χώρες, στην Κύπρο οι εξελίξεις της δανειοδότησης ως % του ΑΕΠ συνεχίζει να είναι παρά πολύ ψηλά και να κινείται προς τα πάνω. Το (Διάγραμμα 6) δείχνει ριζική προσαρμογή της δανειοδότησης στις υπόλοιπες 3 Ευρωπαϊκές χώρες αλλά όχι στην Κύπρο. Αυτό κατά την άποψη μας είναι ένα πολύ επικίνδυνο δεδομένο που ανησυχεί τον επιχειρηματικό κόσμο και θα πρέπει να προβληματίσει τόσο το Κράτος όσο και τις Εποπτικές Αρχές. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι είναι ακόμα ενωρίς. Πιστεύουμε, όμως, ότι θα έπρεπε να είχε αρχίσει η προσαρμογή, γιατί η οικονομική κρίση ξεκίνησε από το 2009. Σίγουρα η τραπεζική κρίση είναι πιο πρόσφατη, αλλά οι τράπεζες είχαν ήδη γευτεί την κρίση στην Ελλάδα, ενώ και στην Κύπρο είχαν παρουσιαστεί τα φαινόμενα της αυξανόμενης ανεργίας των προβλημάτων σε πολλές επιχειρήσεις, που άρχισαν να μην μπορούν να ανταποκριθούν προς τις τραπεζικές υποχρεώσεις τους.

Η μόνη λοιπόν διέξοδος για αντιμετώπιση του προβλήματος παραμένει η άμεση ψήφιση του Νόμου για τις Εκποιήσεις.

Τα δεδομένα είναι ακόμα πιο ανησυχητικά εάν αναλύσει κάποιος την σχέση της ιδιωτικής τραπεζικής δανειοδότησης σε σχέση με το ΑΕΠ ανά κατηγορία δανειοληπτών.

7. Τα δάνεια των νοικοκυριών και κυπριακών επιχειρήσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ:

Τα στοιχεία για το συνολικό δανεισμό των κυπριακών επιχειρήσεων και νοικοκυριών ακολουθούν μάλλον αυξητική τάση με μικρές διακυμάνσεις γύρω από αυτή τη γενική τάση (Διάγραμμα 7). Οι κυπριακές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά φαίνονται να μη κάνουν προσπάθεια μείωσης της έκθεσης τους σε δανεισμό, καθώς ο συνολικός δανεισμός τους ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει κοντά στο 280%, παρόλο ότι είναι φανερό για πολλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις η δυνατότητα αποπληρωμής έχει μειωθεί. Φαίνεται ότι ακολουθούν τακτική αναβλητικότητας προσμένοντας ότι πιθανόν να υπάρξουν πρόνοιες για ανακουφίσεις ή κρυβόμενοι πίσω από την μακροχρόνια προστασία που τους προσφέρει το σύστημα της δικαιοσύνης με την αναβλητικότητα στη λήψη αποφάσεων και την άρνηση της Βουλής να προχωρήσει με τη νέα νομοθεσία.

8. Δάνεια πολιτών τρίτων χωρών ως ποσοστό του ΑΕΠ:

Αντίθετα, οι πολίτες τρίτων χωρών, έχουν δείξει μια αναπροσαρμογή και έχουν μειώσει την έκθεση τους σε δανεισμό προς τις Κυπριακές τράπεζες (Διάγραμμα 8). Ο δανεισμός τους από 75% του ΑΕΠ το τέλος του 2012 είχε μειωθεί στο 38% το τέλος του 2014, αλλά με τα νέα δάνεια των δυο τελευταίων μηνών επανήλθε στο 50% του ΑΕΠ. Αν και έχει σημειώσει κάποια μικρή επιδείνωση προς το τέλος του 2014 και αρχές του 2015, εντούτοις είναι πολύ πιο χαμηλά από το επίπεδο του 2012.

9. Δάνεια Ευρωπαίων πολιτών ως ποσοστό του ΑΕΠ:

Η μαρτυρία για τους ευρωπαίους είναι κάπως διαφορετική και ο δανεισμός τους ως ποσοστό του ΑΕΠ δείχνει μια σχετική σταθερότητα μέσα στο 2013, γύρω στο 20-25% του ΑΕΠ (Διάγραμμα 9). Πιο πρόσφατα (δεύτερο εξάμηνο του 2014) παρουσιάζεται μια αποφασιστική μείωση της έκθεσης τους σε τραπεζική δανειοδότηση στην Κύπρο, καθώς η σχέση προς το ΑΕΠ πέφτει κάτω από το 20%. Η μικρότερη προσαρμογή των Ευρωπαίων πολιτών οφείλεται πιθανόν στο γεγονός ότι οι περισσότεροι έχουν δάνεια για απόκτηση δεύτερης κατοικίας, και πιο δύσκολα μπορούν να απελευθερωθούν δεδομένης της αδύνατης αγοράς για κατοικίες. Έτσι το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η μικρή πτώση της αναλογίας δανείων προς το ΑΕΠ ήταν αποτέλεσμα της ορθολογικής αντίδρασης των ξένων δανειζομένων και όχι των Κυπρίων.

10. Μη εξυπηρετούμενα δάνεια ως ποσοστό των συνολικών τραπεζικών δανείων:

Τέλος το πιο ανησυχητικό στοιχείο που δημιουργεί αβεβαιότητα είναι η συνεχιζόμενη αύξηση των μη εξυπηρετουμένων δανείων. Τα ΜΕΔ ακολουθούν συνεχή αυξητική τάση για πάρα πολλούς μήνες. Η τάση αυτή Ξεκίνησε από το 2009 με την πρώτη εκδήλωση της κρίσης και συνεχίζει χωρίς αντιστροφή όπως δείχνει το (Διάγραμμα 10). Τα τελευταία δεδομένα που δημοσιεύει η Κεντρική τράπεζα είναι για τον Νοέμβριο του 2014 και η αυξητική τάση συνεχιζόταν με αποτέλεσμα να φτάσει στο 50,2% του συνόλου των εκκρεμούντων δανείων στο Κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Τα δεδομένα περιλαμβάνουν όλες τις τράπεζες. Το πρόβλημα των ΜΕΔ δεν περιορίζεται στις τράπεζες που ξέρουμε ότι είναι προβληματικές, αλλά επεκτείνεται και στις υπόλοιπες που δεν χρειάστηκαν υποστήριξη από το πρόγραμμα δράσης της Τρόικα. Δηλαδή όλο και περισσότεροι Κύπριοι δεν προχωρούν στη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων τους προς τις τράπεζες. Το πόσο ψηλό είναι το ποσοστό για την Κύπρο σε σχέση με άλλες χώρες που πέρασαν από παρόμοια τραπεζική κρίση φαίνεται και στο (Διάγραμμα 11) που στηρίζεται στα ενιαία στοιχεία που δημοσιεύει η Διεθνής Τράπεζα στην Ιστοσελίδα της ως Παγκόσμιοι Δείκτες Ανάπτυξης (World Development Indicators). Παίρνοντας τα στοιχεία για τις άλλες 3 ευρωπαϊκές χώρες που πέρασαν πρόσφατα από αυτή την κρίση δείχνει πόσο χειρότερη είναι η κατάσταση στην Κύπρο αν και δείχνει πολύ πιο χαμηλά ποσοστά από ότι έχουν καταλήξει τελικά.

ΙΙΙ. Εισηγήσεις:

Το ΚΕΒΕ μετά από προσεκτική μελέτη της κατάστασης προτείνει τα εξής:

1. Επιβάλλεται να προχωρήσουν άμεσα οι ενδεδειγμένες ενέργειες για την επίλυση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Όλοι θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την ανάγκη στήριξης του τραπεζικού συστήματος ως απαραίτητου εργαλείου σε μια οικονομία. Θα πρέπει συνεπώς να υπάρξουν ρυθμίσεις που να οδηγούν σε ουσιαστική μείωση των ΜΕΔ τα οποία ομολογουμένως βρίσκονται σε επικίνδυνα ψηλά επίπεδα, γιατί μόνο μέσα από αυτή την διαδικασία θα μπορέσουν και πάλιν οι τράπεζες να διαδραματίσουν το βασικό τους ρόλο, που είναι η χρηματοδότηση της οικονομίας. Εξ’ ίσου όμως σημαντική θεωρείται και η ανάγκη προστασίας των καταθετών που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να βρεθούν ξανά αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο απώλειας των χρημάτων τους γιατί κάτι τέτοιο θα είναι μοιραίο για το σύνολο της οικονομίας.

Από την πλευρά τους οι Τράπεζες θα πρέπει να διασφαλίζουν την δίκαιη μεταχείριση όλων των συμβαλλομένων αποκλείοντας τον κίνδυνο αποφάσεων που θα είναι καταστροφικές για άτομα και βιώσιμες επιχειρήσεις που παρά τη θέληση τους και ως αποτέλεσμα της πρωτοφανούς οικονομικής ύφεσης που αντιμετωπίζει ο τόπος, έχουν βρεθεί σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να είναι συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους.

Οι τράπεζες οφείλουν να προσεγγίσουν την κάθε περίπτωση και ειδικότερα τις περιπτώσεις βιώσιμων επιχειρήσεων και συνεπών δανειοληπτών με την απαιτούμενη υπευθυνότητα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την προγενέστερη συμπεριφορά των πελατών τους αλλά και με επίγνωση των υποχρεώσεων και των δικών τους ευθυνών απέναντι στους πελάτες τους και την κοινωνία ευρύτερα για την σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Προς τον σκοπό αυτό είναι αναγκαίο οι τράπεζες να προχωρήσουν σε κατηγοριοποίηση των οφειλετών.

Οι πρόνοιες της νομοθεσίας θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή στοχεύοντας ουσιαστικά τις περιπτώσεις δανειοληπτών που παρουσιάζονται αδικαιολόγητα μη συνεργάσιμοι ή επιδιώκουν στρατηγικά να αποφεύγουν να καταβάλλουν τις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες, εκμεταλλευόμενοι την υφιστάμενη οικονομική κρίση, επιβαρύνοντας με τον τρόπο αυτό τους υπόλοιπους καταθέτες.

2. Τροποποίησης της νομοθεσίας που να παρατείνει την χρονική διάρκεια που υποχρεούνται οι τράπεζες να εκποιήσουν ένα ακίνητο από 3 σε 5 χρόνια. Ταυτόχρονα, πρέπει να τους παρασχεθεί το δικαίωμα να διαχειρίζονται (πωλούν, ενοικιάζουν, ολοκληρώνουν, κλπ) περιουσιακά στοιχεία που ανακτούν ώστε να μην εξαναγκάζονται να τα διαθέσουν άμεσα στην αγορά, δημιουργώντας υπερβολική προσφορά ακινήτων στην αγορά σπρώχνοντας αδικαιολόγητα τις τιμές προς τα κάτω, εξέλιξη που θα έχει άκρως αρνητικές επιπτώσεις στους δανειολήπτες, στις τράπεζες αλλά και στην ίδια την οικονομία του τόπου.

3. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί προς τη δανειοδότηση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με στόχο την ενίσχυση των αναγκών τους σε κεφάλαια κίνησης αλλά και της ανάληψης νέων επενδύσεων για δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης. Για την επίτευξη του πιο πάνω οι τράπεζες μπορούν να περιορίσουν μερικώς τα καταναλωτικά δάνεια.

4. Πρόσθετα το ΚΕΒΕ πιστεύει ότι θα πρέπει να επιτραπεί στις τράπεζες να πωλούν μέρος των μη εξυπηρετουμένων δανείων σε επενδυτικά ταμεία, περιλαμβανομένων και ξένων ταμείων.

5. Επιπρόσθετα, το ΚΕΒΕ ζητά από τις Τράπεζες να προχωρήσουν στην λήψη δραστικών μέτρων για μείωση του κόστους λειτουργίας τους, που να περιλαμβάνουν και τα πιο κάτω:

α. Περαιτέρω δραστική μείωση του αριθμού υποκαταστημάτων που διατηρούν.
β. Μείωση του αριθμού των τραπεζικών υπαλλήλων (οι τράπεζες εξακολουθούν
να διατηρούν υπερβολικά μεγάλο αριθμό υπαλλήλων).
γ. Δραστική μείωση των απολαβών και παρεμφερών ωφελημάτων των
τραπεζικών υπαλλήλων, κάτι που δεν έχει γίνει σε ικανοποιητικό βαθμό, όπως θα αναμενόταν μετά την εκδήλωση της κρίσης,
δ. Αλλαγή των ωρών λειτουργίας των τραπεζών, για καλύτερη εξυπηρέτηση της
αγοράς.

6. Περαιτέρω μείωση των δανειστικών επιτοκίων ώστε να ευρίσκονται στα ίδια επίπεδα με τις υπόλοιπες χώρες προκειμένου να διασφαλίζονται συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού με στόχο να βοηθήσουν άτομα και επιχειρήσεις να αντεπεξέλθουν στις δύσκολες συνθήκες.

Οι εξαγγελθείσες μειώσεις στα δανειστικά επιτόκια δεν συνάδουν με τις αντίστοιχες μειώσεις στα καταθετικά επιτόκια με αποτέλεσμα οι τράπεζες να συνεχίζουν να διατηρούν δυσανάλογα ψηλά περιθώρια κέρδους σε σχέση με το τι η πραγματική οικονομία μπορεί να πληρώσει. Η απόφαση των τραπεζών να προχωρήσουν σε μείωση των δανειστικών επιτοκίων μόνο όσων δανείων συνδέονται με το βασικό επιτόκιο, χωρίς να επεκτείνουν το μέτρο και σε δάνεια που συνδέονται με το Libor ή το Euribor, δεν θεωρείται ως επαρκής ενέργεια εκ μέρους τους για αποκλιμάκωση των δανειστικών επιτοκίων.

7. Το ΚΕΒΕ επαναφέρει επίσης προηγούμενη εισήγησή του για διεύρυνση των προνοιών του Νόμου περί Καταχρηστικών Ρητρών του 1996 με τρόπο που να περιορίζεται/ελέγχεται το δικαίωμα των τραπεζών να επιβάλλουν πρόσθετους ή επαχθείς όρους στους δανειζόμενους (π.χ. επαναξιολόγηση του συστήματος επιβολής τόκων υπερημερίας, εύρος και ύψος διαφόρων χρεώσεων, περιθώριο κέρδους που δικαιούνται να επιβάλλουν).

8. Απλοποίηση των διαδικασιών και των διατυπώσεων που απαιτούνται για την παραχώρηση δανείων. Οι αυστηροί περιορισμοί και οι εξονυχιστικοί έλεγχοι που απαιτεί η Κεντρική Τράπεζα επιβραδύνουν και αναστέλλουν την όποια οικονομική δραστηριοποίηση.